αὐτόπυρος

αὐτό-πῡρος, ,
A of whole wheaten meal,

ἄρτος Alex.121

, Gal.15.577, PPetr.3p.179; opp. σητάνειος, Plu.2.466d:—also [suff] αὐτο-πῡρίτης [ῑ], ου, , Phryn.Com.38, Hp.Int.20,22, Luc. Pisc.44.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτόπυρος — αὐτόπυρος, ο (Α) κατασκευασμένος από ακοσκίνιστο σιταρένιο αλεύρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο + πυρος < πυρός «σιτάρι» (πρβλ. εύπυρος, πολύπυρος)] …   Dictionary of Greek

  • αὐτόπυρος — of whole wheaten meal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπύρου — αὐτόπυρος of whole wheaten meal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπύρους — αὐτόπυρος of whole wheaten meal masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόπυροι — αὐτόπυρος of whole wheaten meal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόπυρον — αὐτόπυρος of whole wheaten meal masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PANIS Autopyrus — ex Graeco αὐτόπυρος, ex quo nihil neque pollinis neque furfuris excretum vel ademptum, quasi totum in se triticum non imminutum habens, apud Celsum l. 2. c. 17. Aliosque passim …   Hofmann J. Lexicon universale

  • συγκομιστός — ή, όν, Α [συγκομίζω] 1. αυτός που έχει συγκομιστεί και συγκεντρωθεί σε έναν τόπο 2. φρ. α) «συγκομιστὰ διαιτήματα» τροφή ανάμικτη β) «συγκομιστὰ δείπνα» δείπνα που γίνονταν μετά από έρανο γ) «ἄρτος συγκομιστός» άρτος αυτόπυρος*, ψωμί… …   Dictionary of Greek

  • ψηροπυρίτας — Α (κατά τον Ησύχ.) «αὐτόπυρος ἄρτος οἱ δὲ πυριεφθής, οἱ δὲ κακός». [ΕΤΥΜΟΛ. < ψηρός + πυρίτης (II) «σταρένιο ψωμί»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.